Κυριακή 19 Ιουλίου 2020

ΜΑΡΟΥΣΙ – Η οδός Ερμού στη δεκαετία του 1930

Φωτογραφία στην οδό Ερμού, από το Μαρούσι του 1937! Τα δύο καταστήματα των αδελφών Γεωργιάδη, Ιωάννη (χρωμάτων και σιδηρικών) και Σάββα (υδραυλικών ειδών). Δεξιά, ο Γιάννης Γεωργιάδης μπροστά στο κατάστημά του και δίπλα, ο μικρός Πρόδρομος, γιος του Αντώνη Συμεωνίδη, που είχε απέναντι καφεκοπτείο.


Γράφει αποκλειστικά για το ΜΑΡΟΥΣΙ Ανεξάρτητο Παρατηρητήριο, ο γλύπτης Γιώργος Γεωργιάδης 


Το 1925, τρία χρόνια μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, μεταξύ των επαγγελματιών του Αμαρουσίου και πιο συγκεκριμένα της οδού Ερμού συγκαταλέγονταν ο παππούς μου Γιώργος Γεωργιάδης λευκοσιδηρουργός, καθώς και οι δύο γιοι του, Ιωάννης Γεωργιάδης έμπορος χρωμάτων και σιδηρικών και ο μικρότερος αδελφός του Σάββας Γεωργιάδης με κατάστημα υδραυλικών ειδών. 

Από διηγήσεις παλαιότερων, αλλά και από όσα υπάρχουν στη μνήμη μου, ξέρω πως στην πλατεία του σταθμού που λειτουργούσε ακόμη το θηρίο, περίμεναν στη σειρά αντί για τα ταξί που βλέπουμε σήμερα, ονηλάτες με τα γαϊδουράκια τους που μετέφεραν τους ταξιδιώτες στις διάφορες περιοχές του προαστίου. Φυσικά οι δρόμοι είχαν αναπόφευκτα διάκοσμο από φουσκιές, όπως τις έλεγαν τότε τις κοπριές από τα άλογα και τα γαϊδούρια, τις οποίες κάποιοι μάζευαν για φυσική λίπανση του κήπου τους. 

Θυμάμαι πως σ’ αυτήν τη χωμάτινη πλατεία του σταθμού έφτανε και το λεωφορείο εκείνης της εποχής το οποίο για να παρκάρει στην αφετηρία έκανε στροφή σηκώνοντας ένα σύννεφο σκόνης που κάλυπτε τα πάντα. Το λεωφορείο αυτό είχε τέρμα στην οδό Στουρνάρα στην Αθήνα, απέναντι από το Πολυτεχνείο. 

Ένα δεύτερο φαρμακείο μετά του Ψαρουδάκη –ίσως το σημαντικότερο– ήταν αυτό των αδελφών Κώστα και Τάκη Τριανταφύλλη στην αρχή της οδού Ερμού. Έχω ακόμα στη μνήμη μου την επιγραφή που είχε κάνει ο πατέρας μου για το φαρμακείο αυτό. Στην κορυφή της υπήρχε γραμμένο ημικυκλικά «ΦΑΡΜΑΚΕΙΟΝ», και στο κάτω μέρος «ΑΦΩΝ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΗ». Θυμάμαι ακόμη πως το φαρμακείο αυτό ήταν το στέκι των γιατρών του Μαρουσιού του μεγαλύτερου αδελφού Τριανταφύλλη, του Καρακεβρέκη, του Γούσιου του γυναικολόγου Σπυρόπουλου, του στρατιωτικού γιατρού Καραβοκυρού και του πνευμονολόγου Κρίθαρη. Στην ίδια παρέα πολλές φορές συμμετείχε και ο οδοντογιατρός του Μαρουσιού Λευκοφρύδης. Εκεί μαζεύονταν και συζητούσαν τα της επιστήμης τους καθισμένοι γύρω από το γραφείο που τον τοίχο πίσω του κοσμούσε μια μεγάλη φωτογραφία σε κορνίζα, του ιδρυτή του φαρμακείου, πατέρα Πέτρου Τρανταφύλλη. 

Εδώ λοιπόν, σ’ αυτή την πλατεία όπου δέσποζαν τα δύο τσιμεντένια υπόστεγα πάνω από τις πλατφόρμες του τραίνου, υπήρχαν ελάχιστα καταστήματα και ακόμη πιο λίγες κατοικίες. Στον χώρο γύρω της βρισκόταν εκτός από το μοναδικό παράρτημα της Ιονικής Τράπεζας που διηύθυνε ο Νικόλαος Καλιγέρης πατέρας του φίλου μου και συμμαθητή μου Αλέκου, το καφεκοπτείο των αδελφών Μερκούρη, το παντοπωλείο του Μουχασίρη, καθώς και ένα μικρό επιπλοποιείο μ’ έναν άξιο μάστορα που γνώριζε την τέχνη της ξυλογλυπτικής. Θυμάμαι ότι αυτός φορούσε συνέχεια γυαλιά μυωπίας με χοντρό σκελετό κι εγώ αργότερα, λίγο μεγαλύτερος, καθόμουν δίπλα του γιατί μου άρεσε να τον παρακολουθώ να σκαλίζει το ξύλο. 

Το μαγαζί όμως που ξεχώριζα ήταν το γαλακτοπωλείο του Βαφειάδη. Στον μεγάλο εσωτερικό τοίχο του πάνω από τον πάγκο, υπήρχε ένας τεράστιος ζωγραφικός πίνακας από λαϊκό ζωγράφο που μου άρεσε ιδιαίτερα και είχε μήκος περίπου έξι μέτρα και ύψος ενάμιση. Θυμάμαι τώρα που κάποιες φορές τον χάζευα με τις ώρες. Παρίστανε τις πιο απίθανες σκηνές: γάμους˙ κηδείες˙ βαφτίσια˙ τσοπάνους με τα κοπάδια τους˙ βαπόρια˙ αερόστατα˙ αεροπλάνα˙ αλεξιπτωτιστές˙ βλαχοπούλες που παίρνουν νερό από την πηγή˙ ψαράδες που τραβούν την τράτα˙ καμήλες σε καραβάνια˙ αυτοκίνητα˙ τρένα˙ υποβρύχια και αντιτορπιλικά˙ ποτάμια και γέφυρες˙ πουλιά όλων των ειδών˙ θηρία, και ό,τι άλλο ακόμη μπορεί να φανταστεί ο ανθρώπινος νους. 

Εκεί δίπλα στο γαλακτοπωλείο ήταν και το σπίτι του Μωραΐτη σε πιο μοντέρνο στυλ μ’ ένα παράθυρο στρογγυλό που έβλεπε προς την πλατεία. Το παράθυρο αυτό μου έκανε εντύπωση – αργότερα είδα ένα παρόμοιο στην ταινία του Ζακ Τατί με τίτλο: «Ο θείος μου». Με τον έναν Μωραΐτη είμασταν συμμαθητές στο δημοτικό σχολείο του Φιλιππιάδη. 

Από την άλλη πλευρά της πλατείας κοντά στο καφεκοπτείο των αδελφών Μερκούρη και πίσω από την Ιονική Τράπεζα ήταν η μάντρα οικοδομικών υλικών του Μοστρού, που με τον γιο του τον Ηλία ήμασταν επίσης συμμαθητές στο ίδιο δημοτικό. Μπροστά από το «Σινέ Τιτάνια», όπως συνηθίζαμε να το λέμε, βρισκόταν το καφενείο του Δημητρούλια και το κομμωτήριο του Οδυσσέα που η επιγραφή του ήταν όπως κι εκείνη του φαρμακείου των αδελφών Τριανταφύλλη, κατασκευασμένη από τον πατέρα μου κι έγραφε: «ΚΟΜΜΩΣΕΙΣ – ΠΕΡΜΑΝΑΝΤ – ΜΑΝΙΚΙΟΥΡ - ΠΕΝΤΙΚΙΟΥΡ». 

Στην πλατεία αυτή, ήταν φυτεμένα φοινικόδεντρα κι όλος ο χώρος περιβάλλετο από χαμηλή σιδερένια περίφραξη με ευθύγραμμα γεωμετρικά σχήματα. Εκεί σύχναζε μονίμως ένας Αρμένιος φωτογράφος με την πρωτόγονη φωτογραφική του μηχανή σε τρίποδο. Διατηρώ μάλιστα, φωτογραφίες που μου τράβηξε σε δύο διαφορετικές εποχές, τη μία πριν από τον πόλεμο και την άλλη κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Στη γωνία με την οδό Ερμού δέσποζε το ξενοδοχείο «ΝΕΟΝ» του Γεωργανέ και πιο βόρεια το ξενοδοχείο «ΚΡΥΣΤΑΛ». 

Πρέπει όμως να αναφέρω πως εκτός από αυτά τα δύο, λίγο πίσω από τον σταθμό υπήρχε και το πολυτελές «ΜΟΝ REPOS» του Σκουρλέτη που ήτανε ξακουστό σ’ όλη την Ελλάδα. Εκεί πήγαιναν συνήθως νιόπαντρα ζευγάρια για τον μήνα του μέλιτος. Τα θυμάμαι που σαν έκαναν τον περίπατό τους στην οδό Ερμού, ξεχώριζαν από τα ρούχα τους που ήταν καινούργια κι ατσαλάκωτα.

Ο Σκουρλέτης αργότερα απέκτησε ένα ακόμη ξενοδοχείο στη λεωφόρο Κηφισίας απέναντι από την πλατεία Αγίας Λαύρας. Εγώ, μαθητής ακόμα στο γυμνάσιο, του είχα φτιάξει την κρεμαστή στον δρόμο επιγραφή «HOTEL TRIANON» σε σχήμα θυρεού. 

Μία εντελώς διαφορετική εικόνα που έχει μείνει στο μυαλό μου τόσα χρόνια, είναι εκείνη της οδού Ερμού όταν απ’ αυτήν περνούσαν εν πομπή οι κηδείες, με προορισμό το νεκροταφείο που βρισκόταν στα σύνορα του Αμαρουσίου με τα Μελίσσια. Το παλαιότερο νεκροταφείο του Μαρουσιού ήταν όλη η σημερινή πλατεία Αγίας Λαύρας. Δεν μπορώ να ξεχάσω πως μόλις κηρύχθηκε ο πόλεμος το 1940, εκεί σ’ αυτή την πλατεία που τώρα είναι γεμάτη από κόσμο και μαγαζιά, σκάβοντας οι εργάτες για να φτιάξουν τα σε σχήμα ζικ-ζακ καταφύγια, ξέθαβαν και σκελετούς. Οι πομπές από τις κηδείες λοιπόν, που διέσχιζαν την οδό Ερμού δεν ήταν κάτι το ασυνήθιστο. 

Η ποτίστρα του δήμου
Αν ήταν καλοκαίρι περνούσε πρώτα το μικρό βυτιοφόρο του δήμου, η «ποτίστρα», που οδηγούσε ο κυρ Σπύρος –όπως θυμάμαι πως τον έλεγαν– και κατάβρεχε αριστερά και δεξιά τον δρόμο με νερό που πετούσε με πίεση εν είδει βεντάλιας. Το κουρνιαχτό που σηκωνόταν σκέπαζε τα πάντα και οι καταστηματάρχες έκλειναν τις πόρτες τους, για να γλυτώσουν απ’ το σύννεφο της σκόνης. Κι όμως παρά το ότι ο δρόμος ήτανε παραμελειμένος, τα μαρμάρινα ρείθρα των πεζοδρομίων τόσο της οδού Ερμού όσο και των άλλων δρόμων του Μαρουσιού άστραφταν. Κάθε δέκα περίπου μέρες τα άσπριζε με μια βούρτσα και ασβέστη κάποιος που του ανέθεταν τη δουλειά οι καταστηματάρχες έναντι μικρής αμοιβής. 

Να επανέλθουμε στα των κηδειών. Μπροστά λοιπόν, στην αρχή της πομπής πήγαινε συνήθως ο Κανέλλος ο λούστρος και μέγας γευσιγνώστης των κρασιών του Μαρουσιού, κρατώντας έναν ξύλινο σταυρό. Ακολουθούσε το φέρετρο στους ώμους τεσσάρων ανδρών, ξεσκέπαστο με τον μακαρίτη ή τη μακαρίτισσα μέσα, κατά πόδας κάποιος ο οποίος μετέφερε το κάλυμμά του, εν συνεχεία ο ιερέας με τον ψάλτη και από πίσω οι άμεσοι συγγενείς με τους απαραίτητους κλαυθμούς και οδυρμούς. Οι καταστηματάρχες συνήθως διέκοπταν τη δουλειά τους κι έβγαιναν στο πεζοδρόμιο κάνοντας τον σταυρό τους και ψιθυρίζοντας: «Θεός σχωρέστον, τον άνθρωπο» και «Καλό ταξίδι». 

Αλλά υπήρχαν και οι ευχάριστες εικόνες από τον δρόμο αυτό. Κάποιες φορές περνούσε ένας αρκουδιάρης που χτυπώντας ρυθμικά το ντέφι του και κρατώντας ένα μακρύ ραβδί που είχε κάτω από τη μασχάλη του, έκανε την αρκούδα να χορεύει κρατώντας την συγχρόνως από μια χοντρή αλυσίδα. Εμείς το τσούρμο τρέχαμε από πίσω για να χορτάσουμε το θέαμα. Επίσης περνούσε και ένας λατερνατζής που γέμιζε με καμπανιστούς ήχους το δρόμο αυτό. Οι περαστικοί και οι μαγαζάτορες του έριχναν χρήματα στο ντέφι του.

Ας συνεχίσω όμως με τα μαγαζιά της οδού Ερμού. Κοντά στον σταθμό, εκεί που άρχιζε ο δρόμος, υπήρχε ένα στιλβωτήριο υποδημάτων το οποίο διέθετε μπρούντζινα υποπόδια στηρίγματα και ψηλά ένα είδος καναπέ με κάλυμμα από κόκκινο βελούδο, για να κάθεται ο πελάτης. Ο ιδιοκτήτης του, όπως θυμάμαι, είχε δύο ή τρία παιδιά κι έμενε στο πίσω μέρος του μαγαζιού το οποίο εξωτερικά είχε μια μεγάλη επιγραφή –έργο του πατέρα μου– με τη λέξη «CORDONERIE». 

 Θυμάμαι ότι το αστείο ήταν πως έκανε ομοιοκαταληξία με την επιγραφή «ΟΥΖΕΡΙ» –φτιαγμένη κι αυτή από τα χέρια του πατέρα μου– του μαγαζιού που βρισκόταν ακριβώς απέναντι, το οποίο ήταν το καφενείο του κυρ Σπυριδωνίδη, του γονιού των φίλων μου Προδρόμου και Δέσποινας. Λίγο πιο ψηλά βρίσκονταν τα μανάβικα του Δέδε, που ο γιος του ήταν συμμαθητής μου, και του Γκούφα κι ανάμεσά τους το καφεκοπτείο και χαλβατζίδικο του κυρ Ανέστη Συμεωνίδη με το παχύ μουστάκι που όπως κι από εκείνο των αδελφών Μερκούρη, όταν καβούρντιζε τον φρέσκο καφέ έξω από την πόρτα του μοσχοβολούσε ο τόπος όλος. 

Τα απογεύματα περνούσε από τα μαγαζιά ένας οδηγός ενός φορτηγού αυτοκινήτου και έπαιρνε παραγγελίες από τον καθένα, τι ήθελε να του φέρει από την Αθήνα. Ο πατέρας μου του έλεγε να φέρει δύο φιάλες οξυγόνου, ο Γούλας ένα βαρέλι φέτα, ο κυρ Θόδωρος ένα δέμα μπαμπάκι κ.λ.π. Την άλλη μέρα αυτός γύρω στο απομεσήμερο, έφερνε τις παραγγελίες και τις άφηνε μπροστά στα μαγαζιά που είχαν κλείσει, τις οποίες δεν τις πείραζε κανείς. Το βραδάκι λοιπόν, ξαναπερνούσε για να πληρωθεί και να πάρει τις καινούργιες παραγγελίες. Όλη αυτή η διαδικασία με εντυπωσίαζε και ήταν ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό γνώρισμα αυτού του δρόμου.

1 σχόλιο:

  1. Eυχαριστουμε για τις τοσο ζωντανες εικονες των περιγραφων του παλιου Μαρουσιου. Αν και νεωτερη, προλαβα πολλα απο αυτα τα καταστηματα και θυμαμαι σαν τωρα τον Καταβρεχτηρα, που δροσιζε τα απογευματα του καλοκαιριου τουσ δρομους. Η μυρωδια του φρεσκου καφε του καφεκοπτειου Μερκουρη ειναι ακομα στη μυτη μου ! Και το Γαλακτοπωλειο των αδελφων Βαφειαδη ειχε κι αυτο τη δικη του ιδιαιτερη μυρωδια. Ο γιατρος κυριος Καραβοκυρος ερχοταν στον παππου μου...

    ΑπάντησηΔιαγραφή